Meaning of τρυφή | Babel Free
/tɾiˈfi/Ορισμοί
- το να ζει κάποιος πλούσια, με μεγάλη μαλθακότητα, πολυτέλεια και άνεση
-
η επιδίωξη των σωματικών απολαύσεων και ηδονών broadly
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.