HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τρούμπα | Babel Free

Noun CEFR B1
/ˈtɾum.ba/

Ορισμοί

  1. συνοικία του Πειραιά
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. η αντλία, η τρόμπα
    vulgar

Παραδείγματα

“※ Το 1940, μια από τις πρώτες χρονιές «ίδρυσης» της Τρούμπας, της συνοικίας που μάθαμε μέσα από διηγήσεις και τις ασπρόμαυρες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, υπήρχαν στην περιοχή δέκα καταγεγραμμένες «δημόσιες» κοπέλες. (Τρούμπα 53 χρόνια μετά: Τα κόκκινα φανάρια έσβησαν άλλα το παρελθόν παραμένει αναμμένο…, Έθνος, 13 Σεπτεμβρίου 2020)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τρούμπα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course