Meaning of τρούμπα | Babel Free
/ˈtɾum.ba/Ορισμοί
- συνοικία του Πειραιά
- γυναικείο επώνυμο
-
η αντλία, η τρόμπα vulgar
Παραδείγματα
“※ Το 1940, μια από τις πρώτες χρονιές «ίδρυσης» της Τρούμπας, της συνοικίας που μάθαμε μέσα από διηγήσεις και τις ασπρόμαυρες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, υπήρχαν στην περιοχή δέκα καταγεγραμμένες «δημόσιες» κοπέλες. (Τρούμπα 53 χρόνια μετά: Τα κόκκινα φανάρια έσβησαν άλλα το παρελθόν παραμένει αναμμένο…, Έθνος, 13 Σεπτεμβρίου 2020)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.