Meaning of τροκάνα | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- μεγάλο και χονδρό κουδούνι για ζώα (γίδια, πρόβατα) για να μπορούν να τα εντοπίσουν οι βοσκοί αν απομακρυνθούν από το κοπάδι
- συνώνυμο του ροκάνα, ξύλινο κρόταλο
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.