τριψιάνα
Ορισμοί
- ψωμί τριμμένο σε γάλα
- φρυγανιά
Παραδείγματα
“※ Τριψιάνα: άρτος τετριμμένος εντός ζωμού φαγητόν σύνηθες των χωρικών (Φαίδων Ι. Κουκούλης, Οινουντιακά, ή, Μελέτη περί της ιστορίας των ηθών και εθίμων και του γλωσσικού ιδιώματος του δήμου Οινούντος της επαρχίας Λακεδαίμονος, 1908, σελ. 302)”
“※ τριβάλα, η αλλαχού τριψιάνα, και πυρωμάδα, τεμάχιον άρτου πεφρυγμένον , ή άλλως φρυγανιά (Αθηνά: σύγγραμμα περιοδικόν της εν Αθήναις Επιστημονικής Εταιρείας, τόμοι 58-59, εκ του τυπογραφείου των αδελφών Περρέ, 1954, σελ. 18)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free