HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τρίβηλος | Babel Free

Adjective CEFR B2

Ορισμοί

  1. που έχει τριπλό (τοξωτό) άνοιγμα
    dated
  2. τρίβηλο: τριπλό (τοξωτό) άνοιγμα

Παραδείγματα

“Εσωτερικά ο νάρθηκας, που διαμορφώνεται κάθετα προς τα τρία κλίτη,επικοινωνεί με τον κυρίως ναό με τρεις θύρες, από τις οποίες η μεσαία είναι"τρίβηλος" (τριπλή) και έκλεινε παλιά με κουρτίνες ("βήλα"), όπως συχνά απεικονίζεται σε βυζαντινές παραστάσεις. (*)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τρίβηλος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course