Meaning of τουρκεύω | Babel Free
Ορισμοί
- αλλάζω θρησκεία από Χριστιανός σε Τούρκος (που στην περίπτωση αυτή δεν θεωρείται ο υπήκοος της Τουρκίας, αλλά ο μωαμεθανός Τούρκος), εξισλαμίζομαι, αλλαξοπιστώ, ασπάζομαι το Ισλάμ
- υποδουλώνομαι από τους Τούρκους
Παραδείγματα
“«Αποκεφαλίστηκε ο νεομάρτυρας Μιχαήλ Μπακνανάς φωνάζοντας «Δεν τουρκεύω»”
“Είχε τουρκέψει κάτω από βία, τον καιρό της άτυχης εκείνης επανάστασης του 1770, τούρκεμα κανονικό με "σουνέτι" (περιτομή)”
“απάντησε ο Αθανάσιος, «ούτε σαλαβάτι έκανα, ούτε τούρκεψα, αλλά μόνο είπα ότι η πίστη η δικιά σας περικλείεται σε αυτά τα λόγια»”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.