HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του τουρκεύω | Babel Free

Ρήμα CEFR B2

Ορισμοί

  1. αλλάζω θρησκεία από Χριστιανός σε Τούρκος (που στην περίπτωση αυτή δεν θεωρείται ο υπήκοος της Τουρκίας, αλλά ο μωαμεθανός Τούρκος), εξισλαμίζομαι, αλλαξοπιστώ, ασπάζομαι το Ισλάμ
  2. υποδουλώνομαι από τους Τούρκους

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“«Αποκεφαλίστηκε ο νεομάρτυρας Μιχαήλ Μπακνανάς φωνάζοντας «Δεν τουρκεύω»”
“Είχε τουρκέψει κάτω από βία, τον καιρό της άτυχης εκείνης επανάστασης του 1770, τούρκεμα κανονικό με "σουνέτι" (περιτομή)”
“απάντησε ο Αθανάσιος, «ούτε σαλαβάτι έκανα, ούτε τούρκεψα, αλλά μόνο είπα ότι η πίστη η δικιά σας περικλείεται σε αυτά τα λόγια»”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη τουρκεύω σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free