τουριστική
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τουριστικός
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Το νησί έχει έντονη τουριστική κίνηση το καλοκαίρι.”
The island has heavy tourist activity in the summer.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free