HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τουρίστας | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/tuˈɾi.stas/

Ορισμοί

  1. αυτός που ταξιδεύει για ευχαρίστηση ή διακοπές κι όχι για δουλειά
  2. ο περιηγητής, ο ταξιδιώτης

Ισοδύναμα

English Tourist

Παραδείγματα

“οι αφίξεις των τουριστών”

tourist arrivals

“※ Τα μεσημέρια είχε δουλειά μόνο τα καλοκαίρια που έρχονταν οι τουρίστες. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)”
“※ Ύστερα έδωσε εξετάσεις και πήρε το δίπλωμα του κυβερνήτου και αμέσως ανέλαβε τη διακυβέρνηση μιας ιδιόκτητης επαγγελματικής θαλαμηγού, που τη νοικιάζει σε τουρίστες για κρουαζιέρες στο Αιγαίο. (Γιώργος Κόμης, Ο Πειραιάς και οι άνθρωποί του: 1901-2001, εκδ. Ιωλκός, 2002, σελ. 316)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τουρίστας used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course