HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

τουρίστας

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
tuˈɾi.stas

Ορισμοί

  1. αυτός που ταξιδεύει για ευχαρίστηση ή διακοπές κι όχι για δουλειά
  2. ο περιηγητής, ο ταξιδιώτης

Ισοδύναμα

Englishtourist
Españolturista
Françaistouriste
15 more languages
العربيةسياحي
Esperantoturisto
עבריתתיירותי
Nederlandstoeristtoeriste
Polskiturysta
Portuguêsturista
Русскийтурист
Türkçeturist
Українськатуристичний
中文遊客
繁體中文遊客

Παραδείγματα

“οι αφίξεις των τουριστών”

tourist arrivals

“※ Τα μεσημέρια είχε δουλειά μόνο τα καλοκαίρια που έρχονταν οι τουρίστες. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)”
“※ Ύστερα έδωσε εξετάσεις και πήρε το δίπλωμα του κυβερνήτου και αμέσως ανέλαβε τη διακυβέρνηση μιας ιδιόκτητης επαγγελματικής θαλαμηγού, που τη νοικιάζει σε τουρίστες για κρουαζιέρες στο Αιγαίο. (Γιώργος Κόμης, Ο Πειραιάς και οι άνθρωποί του: 1901-2001, εκδ. Ιωλκός, 2002, σελ. 316)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη τουρίστας σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free