HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

τομ.

Ουσιαστικό CEFR B1

Ορισμοί

abbreviation of τόμος (tómos) (volume)

abbreviation, alt-of

Ισοδύναμα

Englishvol.
Françaisvol.
DeutschBd.Bde.
6 more languages
Bosanskit.ج
Ελληνικάτ.
فارسیج
Hrvatskit.
Polskit.wol.
Српскиt.

Παραδείγματα

“Το άρθρο δημοσιεύτηκε στον τομ. 3 του περιοδικού.”

The article was published in volume 3 of the journal.

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη τομ. σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free