Meaning of τηγανιά | Babel Free
Ορισμοί
- ποσότητα φαγητού που παρασκευάζεται τηγανίζοντας μια φορά
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηγάνι accusative, nominative, plural, vocative
- παραδοσιακό φαγητό της ελληνικής κουζίνας με χοιρινό κρέας ή κοτόπουλο
- το χτύπημα με τηγάνι
Ισοδύναμα
English
Pan
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.