τζουμπές
Ορισμοί
- περιπαικτικό προσωνύμιο, λόγω προτίμησής του στο ομώνυμο ένδυμα, του (αρβανίτικης καταγωγής) Έλληνα πολιτικού από την Ύδρα Δημήτριου Βούλγαρη (1802-1877), ο οποίος διετέλεσε πολλές φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας
- μακρύ πανωφόρι, με ή χωρίς μανίκια, κυρίως των πρόκριτων (κοτζαμπάσηδων) και των υψηλόβαθμων ιερωμένων
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free