Meaning of τζελ | Babel Free
Ορισμοί
ημίρρευστη ουσία με παχύρρευστη ή κολλώδη υφή, που χρησιμοποιείται ως καλλυντικό, φαρμακευτικό ή τεχνικό μέσο σταθεροποίησης, επάλειψης ή προστασίας
Ισοδύναμα
English
Gel
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.