HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

τζελ

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

ημίρρευστη ουσία με παχύρρευστη ή κολλώδη υφή, που χρησιμοποιείται ως καλλυντικό, φαρμακευτικό ή τεχνικό μέσο σταθεροποίησης, επάλειψης ή προστασίας

Ισοδύναμα

Englishgel
Españolgel
11 more languages
Češtinagelželé
עבריתהקריש
Kurdîgelgêl
Nederlandsgel
Portuguêsgel
Türkçejel

Παραδείγματα

“Έβαλε λίγο τζελ στα μαλλιά του πριν βγει.”

He put a little gel in his hair before going out.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη τζελ σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free