Meaning of τζαμτζής | Babel Free
Ορισμοί
- τεχνίτης που κόβει, πουλά ή τοποθετεί τζάμια σε πόρτες, παράθυρα και φωταγωγούς
- ανδρικό επώνυμο
- τεχνίτης που κατασκευάζει τζαμόπορτες και τζαμαρίες
- ιδιοκτήτης τζαμάδικου
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.