Meaning of τζίφρα | Babel Free
/ˈd͡zi.fɾa/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
-
η υπογραφή με μονοκοντυλιά (ενίοτε δυσανάγνωστη) vulgar
- το μονόγραμμα, η μονογραφή
- δυσανάγνωστη γραφή
Παραδείγματα
“※ βάλε μια τζίφρα εδώ και πάρ’ το το συμβόλαιο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.