Σημασία του τζίβα | Babel Free
ˈd͡zi.vaΟρισμοί
- είδος άγριου και ψιλού χορταριού, με το οποίο παλαιότερα γέμιζαν μαξιλάρια και στρώματα ή από το οποίο κατασκεύαζαν σχοινί)
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
-
σφουγγάρι φτιαγμένο από τέτοιο χορτάρι figuratively
-
τα μπλεγμένα (άλουστα και βρόμικα) μαλλιά κάποιου, που σχηματίζουν κόμπους broadly, figuratively
Ισοδύναμα
Bosanski
zine
Čeština
žíně
Ελληνικά
αλογότριχα
Hrvatski
zine
Հայերեն
ձար
ქართული
ძუა
Kurdî
zine
Lëtzebuergesch
Päerdshoer
Nederlands
kwart cicero
Русский
ко́нский во́лос
Српски
zine
Svenska
tagel
Türkçe
yele
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free