τζίβα
Ορισμοί
- είδος άγριου και ψιλού χορταριού, με το οποίο παλαιότερα γέμιζαν μαξιλάρια και στρώματα ή από το οποίο κατασκεύαζαν σχοινί)
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
-
σφουγγάρι φτιαγμένο από τέτοιο χορτάρι figuratively
-
τα μπλεγμένα (άλουστα και βρόμικα) μαλλιά κάποιου, που σχηματίζουν κόμπους broadly, figuratively
Ισοδύναμα
17 more languages
Bosanskizine
Češtinažíně
Ελληνικάαλογότριχα
Hrvatskizine
Հայերենձար
ქართულიძუა
Kurdîzine
LëtzebuergeschPäerdshoer
Nederlandskwart cicero
Русскийко́нский во́лос
Српскиzine
Svenskatagel
Türkçeyele
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free