Meaning of τερλίκι | Babel Free
Ορισμοί
κάλτσα που φοριέται μέσα στο σπίτι αντί για παντόφλα, πάνινα παπούτσια για το σπίτι
Παραδείγματα
“※ Μέσα στό σπίτι, πού ήταν πάντα στρωμένο μέ κιλίμια και χαλιά, φορούσαν, πάνω άπό τις κάλτσες τους, τά τερλίκια (Πρακτικά του 3ου Συνεδρίου Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, 1979)”
“※ Η φτωχή γυναίκα είχε πιαστεί να πουλάει τερλίκια και συνελήφθη (Χείρα βοηθείας στην «γιαγιά με τα τερλίκια» από την Ένωση Επιχειρηματιών, Ελεύθερος Τύπος, 26/4/2019)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.