Meaning of τεζάκι | Babel Free
Ορισμοί
- ο πάγκος του μαγαζάτορα σε παντοπωλείο ή καφενείο, ο μπουφές
- είδος σπαγκοραφής βιβλιοδεσίας
- εργαλείο-μηχάνημα, το οποίο χρησιμοποιεί ο βιβλιοδέτης για το ράψιμο των βιβλίων
Παραδείγματα
“Ο καταστηματάρχης στάθηκε για μια στιγμή κι αναμέτρησε τη δυστυχία του. Το κούτελό του άρχισε να γυαλίζει από ψιλόν ιδρό. Αντίο μεγαλεία τώρα... Άντε πάλι ζέψου στο τεζάκι, και πιάσε πάλε τα φλιτζανοπότηρα. Και γίνε πάλι πατσαβούρι και τσιράκι του καθενός. Και παίρνε διαταγές, και μάζευε τις πενταροδεκάρες σαν ζητιάνος. (Μενέλαος Λουντέμης, Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους)”
“Παλιότερα στα βιβλιοδετεία με τους πολλούς εργάτες και τον καταμερισμό εργασίας, το ράψιμο γινόταν από γυναίκες. Στην Αθήνα -λίγα μόλις χρόνια πριν- οι ράφτρες αυτές εργάζονταν σε περισσότερα από ένα βιβλιοδετεία και αμείβονταν «με το τεζάκι», πόσα δηλαδή τεζάκια γέμιζαν στο χρόνο που δούλεψαν. (*)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.