Meaning of ταϊφάς | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- το τσούρμο
- ναύτης
- στρατός ατάκτων, ασκέρι, λεφούσι, μπουλούκι
- φάρα, φυλή
- (ουδέτερο}
Παραδείγματα
“※ Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παλικάρια, | δώσ’ τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις χούφτες, | γλήγορα και να πιάσουμε κάτω στην Αλαμάνα, | πού 'ναι ταμπούρια δυνατά κι όμορφα μετερίζια.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.