Meaning of τέσλα | Babel Free
Ορισμοί
- {φυσική, μονάδα μέτρησης) μονάδα μαγνητικής επαγωγής καθώς και μονάδα πυκνότητας μαγνητικής δέσμης στο διεθνές μετρικό σύστημα
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Ισοδύναμα
English
tesla
Παραδείγματα
“ένα τέσλα ισούται με ένα βέμπερ ανά τετραγωνικό μέτρο, αντίστοιχο με 10.000 γκάους”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.