Meaning of τάκος | Babel Free
/ˈta.kos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- κομμάτι ξύλου που χρησιμοποιείται για υποστήριξη
- για να είναι πιο στέρεο το κάρφωμα σε τοίχο
- κατασκευή με επικλινή πλευρά για την ακινητοποίηση μεγάλου αντικειμένου
-
η αναφορά familiar
- κομμάτι από ξερό ψωμί
-
η όμορφη γυναίκα figuratively
-
ηλίθιος άνθρωπος figuratively, offensive
-
μεγάλο κομμάτι χασίς slang
Παραδείγματα
“Βάζουμε τάκους στους τροχούς, για να μη φύγει το αυτοκίνητο.”
“βγάζω στον τάκο (βγάζω στην αναφορά)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.