HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σώνω | Babel Free

Verb CEFR B1

Ορισμοί

  1. αποθηκεύω, φυλάσσω ένα κείμενο στον υπολογιστή ώστε να μην το χάσω σε περίπτωση βλάβης ή για να το έχω διαθέσιμο στο μέλλον
  2. γλιτώνω, αντί του σώζω (κυρίως στον προφορικό λόγο)
  3. επιβιώνω, αντέχω
  4. αρκώ, φτάνω
    dated, idiomatic
  5. σώνομαι : τελειώνω
  6. σώνομαι : γλιτώνω

Παραδείγματα

“Την ώρα που έσωνε τον ένα, πνιγόταν ο άλλος”
“Μας κάνει και τον δύσκολο! Μη σώσει να ξαναπατήσει σπίτι!”
“Αχ! Να μην έσωνα να τον παντρευτώ”
“δε σώνει ο θησαυρός όλης της γης (: δε φτάνει, δεν αρκεί ο θησαυρός...)”
“Πιάσε μου το κατσαρόλι από 'κει πάνω, δε σώνω να το πιάσω μόνη μου”
“Σώθηκε το ψωμί, τράβα να αγοράσεις κάνα καρβέλι”
“Σώθηκαν τα λεφτά - σώθηκε πια η υπομονή μου”
“Χρωστάω σε πέντε τράπεζες. Δε σώνομαι με τίποτα!”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σώνω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course