Meaning of σώνω | Babel Free
Ορισμοί
- αποθηκεύω, φυλάσσω ένα κείμενο στον υπολογιστή ώστε να μην το χάσω σε περίπτωση βλάβης ή για να το έχω διαθέσιμο στο μέλλον
- γλιτώνω, αντί του σώζω (κυρίως στον προφορικό λόγο)
- επιβιώνω, αντέχω
-
αρκώ, φτάνω dated, idiomatic
- σώνομαι : τελειώνω
- σώνομαι : γλιτώνω
Παραδείγματα
“Την ώρα που έσωνε τον ένα, πνιγόταν ο άλλος”
“Μας κάνει και τον δύσκολο! Μη σώσει να ξαναπατήσει σπίτι!”
“Αχ! Να μην έσωνα να τον παντρευτώ”
“δε σώνει ο θησαυρός όλης της γης (: δε φτάνει, δεν αρκεί ο θησαυρός...)”
“Πιάσε μου το κατσαρόλι από 'κει πάνω, δε σώνω να το πιάσω μόνη μου”
“Σώθηκε το ψωμί, τράβα να αγοράσεις κάνα καρβέλι”
“Σώθηκαν τα λεφτά - σώθηκε πια η υπομονή μου”
“Χρωστάω σε πέντε τράπεζες. Δε σώνομαι με τίποτα!”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.