Meaning of σύλλογος | Babel Free
/ˈsi.lo.ɣos/Ορισμοί
- το νομικό πρόσωπο που λειτουργεί επιδιώκοντας την επίτευξη κοινών στόχων που καθορίζονται στο καταστατικό του
- κάθε δημόσια συγκέντρωση εκτός της Εκκλησίας του Δήμου
Ισοδύναμα
English
society
Παραδείγματα
“πολιτιστικός σύλλογος, σύλλογος εργαζομένων”
“σύλλογος καθηγητών/δασκάλων: το σύνολο των διδασκόντων ενός σχολείου, όταν βρίσκονται σε συνεδρίαση”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.