συλλοίμωξη
Ορισμοί
η λοίμωξη που οφείλεται σε δύο ταυτόχρονους νοσογόνους παράγοντες
Παραδείγματα
“※ Η συλλοίμωξη από κορωνοϊό SARS-CoV-2 και ιούς της γρίπης αυξάνει πάνω από τέσσερις φορές την πιθανότητα διασωλήνωσης του ασθενούς και κατά δυόμισι φορές την πιθανότητα θανάτου του, σε σύγκριση με όσους νοσούν μόνο από covid-19. (εφ. Το Βήμα, 27.03.2022)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free