Meaning of σύκα | Babel Free
/siˈka/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Συκάς
- χωριό της Φθιώτιδας
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Συκάς
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύκο accusative, nominative, plural, vocative
- γυναικείο επώνυμο
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.