Meaning of σόλα | Babel Free
Ορισμοί
- το πέλμα του παπουτσιού
- γυναικείο επώνυμο
-
κάτι πολύ σκληρό figuratively
Ισοδύναμα
English
sole
Παραδείγματα
“※ Μετά κέρωνε καλά τον σπάγκο και με το σουβλί έρραβε το «φόντι» πάνω στην σόλα, βοηθούμενος από το καλαπόδι. Τα χέρια του ήταν δυνατά και ροζιασμένα, κι όταν περνούσε αντίθετα τις δυό βελόνες από την τρύπα που άνοιγε κάθε φορά με το σουβλί, ο κερωμένος σπάγκος τραβιόταν με τόση δύναμη που ώστε έκανε ένα σώμα σόλα και φόντι (Κώστας Δούκας, Τα χρόνια της ντροπής, Μυθ(ιστόρημα), 2017)”
“※ Ὄχι παπούτσια ἕτοιμα ἀλλά ὑλικό γιά ἕνα ἤ δυό ζευγάρια: σόλες, πανωδέρματα, βάρδουλα, κορδόνια - Βάλε καί σπάγγο, θά τούς ἔμεινε σπάγγος ἐκεῖ πέρα; Ὡς καί κεράκια γιά φινίρισμα βάζανε, Γιατί πετσιά καί ὄχι παπούτσια δέν τό κατάλαβα. Μπορεῖ νά εἶχαν ξεχάσει πιά τί μέγεθος φοροῦσαν οἱ δικοί τους. (Έλλη Αλεξίου, Ανθολογία ελληνικής αντιστασιακής λογοτεχνίας, 1941-1944, 1965, σελ. 394)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.