Σημασία του σωματικές | Babel Free
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωματική
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Έκανε πολλές σωματικές ασκήσεις για να δυναμώσει.”
He did many physical exercises to get stronger.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free