σχολαστική
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σχολαστικός
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Έκανε μια σχολαστική έρευνα πριν αγοράσει το σπίτι.”
She did meticulous research before buying the house.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free