Meaning of σφάντζικα | Babel Free
/ˈsfan.d͡zi.ka/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- άλλη μορφή του σφάντζικο
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφάντζικο accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“※ — Εσύ να μη μιλάς. Τον αντίσκοψε κάποιος από τη συντροφιά της μορταρίας. Έφαγες τις σφάντζικες με τις χούφτες φωνάζοντας στις εκλογές «ζήτω του Καλλιφουρνά, [sic] του πατέρα της Αθήνας»!”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.