HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σφάντζικα | Babel Free

Noun CEFR B2
/ˈsfan.d͡zi.ka/

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. άλλη μορφή του σφάντζικο
  3. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφάντζικο
    accusative, nominative, plural, vocative

Παραδείγματα

“※ — Εσύ να μη μιλάς. Τον αντίσκοψε κάποιος από τη συντροφιά της μορταρίας. Έφαγες τις σφάντζικες με τις χούφτες φωνάζοντας στις εκλογές «ζήτω του Καλλιφουρνά, [sic] του πατέρα της Αθήνας»!”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σφάντζικα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course