Meaning of συρμός | Babel Free
/siɾˈmos/Ορισμοί
- το τρένο, η μηχανή μαζί με τα βαγόνια
- ανδρικό επώνυμο
- το φορτηγό, που είναι οχήματα συνδεδεμένα μεταξύ τους και κινούνται ως μία μονάδα
-
η μόδα dated
Παραδείγματα
“ενδύματα του τελευταίου συρμού των Παρισίων”
clothing of the latest Parisian fashion
“αντίθετο: ημιρυμουλκούμενο (επικαθήμενο)”
“※ 1888 Σοφοκλῆς Καρύδης, Ἡ κυρία Τριγκιτράγκα”
“※ Ενδύματα του τελευταίου συρμού των Παρισίων. (περιοδικό Ευτέρπη, Αθήνα, 1847)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.