συνδετήρα
Ορισμοί
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συνδετήρας
accusative, genitive, singular, vocative
Παραδείγματα
“Στερέωσε τα χαρτιά με έναν συνδετήρα.”
He fastened the papers with a paper clip.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free