συμπαίκτης
Ορισμοί
αυτός που παίζει μαζί με κάποιον ή κάποιους άλλους, που συμμετέχει μαζί τους σε κάποιο παιχνίδι
Ισοδύναμα
17 more languages
Češtinaspoluhráč
Ελληνικάσυμπαίκτρια
Esperantoteamano
Magyarcsapattárs
Kurdîpartner
Svenskalagkamrat
Tiếng Việtđồng bọn
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free