συμπίεση
Ορισμοί
- η ενέργεια του συμπιέζω
- : η ενέργεια που προκαλεί τη μείωση του όγκου ενός σώματος είτε μηχανικά, είτε ηλεκτρομαγνητικά
- : η οποιαδήποτε αύξηση πίεσης, όπου στη μηχανή εσωτερικής καύσης αποτελεί το δεύτερο στάδιο - χρόνο, μετά την αναρρόφηση και πριν την καύση του καυσίμου.
- : ο περιορισμός, η ελάττωση οικονομικού μεγέθους, π.χ. εξόδων, ελλειμμάτων κ.λπ.
- περιορισμός του όγκου ενός αρχείου δεδομένων
Ισοδύναμα
24 more languages
Catalàcompressió
Bahasa Indonesiakompresi
Íslenskaþjöppun
Italianocompressione
ქართულიკუმშვა
한국어아카이브
Polskikompresja
Svenskaförtätning
ไทยแรงกดดัน
Tagalogtipil
Παραδείγματα
“συμπίεση δεδομένων”
data compression
“※ Η συμπίεση δεδομένων είναι η διαδικασία μείωσης του όγκου αρχείων διαφόρων ειδών, μέχρι και 99% από το αρχικό τους μέγεθος. Στόχος της συμπίεσης είναι η ταχύτερη μεταφορά μέσω δικτύων και η εξοικονόμηση αποθηκευτικού χώρου.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free