Meaning of συλλέκτης | Babel Free
/siˈle.ktis/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- κάτι ή κάποιος που συλλέγει
Ισοδύναμα
English
Collector
Παραδείγματα
“ηλιακός συλλέκτης (solar collector)”
“πρόσωπο που μαζεύει πράγματα”
“αντικείμενο ή μηχανισμός που χρησιμοποιείται για συλλογή”
“ηλιακός συλλέκτης”
“συλλέκτης λυμάτων”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.