Meaning of συγκίνηση | Babel Free
/siŋˈɟinisi/Ορισμοί
- η εσωτερική ή εξωτερική συναισθηματική αντίδραση σε συμβάν-γεγονός (λόγω συμβάντος-γεγονότος)
- η αντίδραση σε ερέθισμα που επιφέρει ψυχοσωματικές μεταβολές
Ισοδύναμα
English
affection
Παραδείγματα
“Υπήρξε μεγάλη συγκίνηση στην κηδεία του.”
There was great emotion at his funeral.
“Έχει πρόβλημα με την καρδιά και ο γιατρός του συνέστησε να αποφεύγει τις συγκινήσεις.”
He has a problem with his heart and the doctor recommended that he avoid (too much) excitement.
“※ Ήπια μονορούφι τη βυσσινάδα κι άρχισα να διαβάζω και χωρίς να το θέλω η φωνή μου έτρεμε από συγκίνηση, Αν η Θοδώρα είχε δακρύσει ακούγοντας το γράμμα, η Βασιλική πλάνταξε στο κλάμα. (Άλκη Ζέη, Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, εκδ. Μεταίχμιο, 2013)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.