Meaning of στρωσίδι | Babel Free
/stɾoˈsi.ði/Ορισμοί
- κομμάτι από ύφασμα που χρησιμοποιείται για να καλύπτει το δάπεδο
- ύφασμα που χρησιμεύει ως κάλυμμα επίπλου
-
κάθε ύφασμα (σεντόνι, κουβέρτα, πάπλωμα κ.λπ.) με το οποίο στρώνεται το κρεβάτι plural
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.