στρυχνίνη
Ορισμοί
τοξική αλκαλική ουσία που εκχυλίζεται από το φυτό στρύχνος· σε μικρές δόσεις λειτουργεί σα διεγερτικό, αλλά είναι ένα από τα πιο γνωστά δηλητήρια που δρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα, προκαλώντας σπασμούς και θάνατο
Ισοδύναμα
15 more languages
Češtinastrychnin
DeutschStrychnin
Esperantostriknino
Suomistrykniini
Galegoesternina
Magyarsztrichnin
Italianostricnina
한국어스트리크닌
Nederlandsstrychnine
Polskistrychnina
Portuguêsestricnina
Русскийстрихнин
Svenskastryknin
Türkçestriknin
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free