HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of στρυχνίνη | Babel Free

Noun CEFR B2
/stɾiˈxni.ni/

Ορισμοί

τοξική αλκαλική ουσία που εκχυλίζεται από το φυτό στρύχνος· σε μικρές δόσεις λειτουργεί σα διεγερτικό, αλλά είναι ένα από τα πιο γνωστά δηλητήρια που δρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα, προκαλώντας σπασμούς και θάνατο

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See στρυχνίνη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course