Meaning of στρας | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- κομμάτι από γυαλί εμποτισμένο με μόλυβδο, που χρησιμοποιείται στην κοσμηματοποιία για απομίμηση πολύτιμων λίθων
-
κόσμημα που αποτελείται κυρίως από τέτοιο υλικό figuratively
-
χαρακτηρισμός για κάτι φανταχτερό, συνήθως και ευτελές figuratively
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.