στραβισμός
Ορισμοί
: ελάττωμα παραλληλισμού των οπτικών αξόνων που χαρακτηρίζεται από παρέκκλιση ενός ή και των δύο ματιών
Ισοδύναμα
20 more languages
Catalàestrabisme
DeutschStrabismus
Ελληνικάαλληθώρισμα
Esperantostrabismo
Magyarkancsalság
Italianostrabismo
മലയാളംകോങ്കണ്ണ്
Nederlandsstrabismus
Polskizez
Portuguêsestrabismo
Türkçeşaşılık
Українськакосоокість
中文斜視
繁體中文斜視
Παραδείγματα
“αποκλίνων στραβισμός, συγκλίνων στραβισμός”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free