Meaning of στρέψη | Babel Free
/ˈstɾe.psi/Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στρέφω
- η ροπή που ασκείται σ’ ένα σώμα και τείνει να το περιστρέψει γύρω από τον άξονά του καθώς και (κατ’ επέκταση) η ενδεχόμενη παραμόρφωση ή καταπόνηση που εμφανίζεται στο σώμα εξαιτίας δύο αντίθετων δυνάμεων που ασκούνται σ’ αυτό παράλληλα
Παραδείγματα
“Οι δοκιμασίες κοπώσεως σε έναν άξονα ενός στρόβιλου, είτε το ρευστό είναι αέρα (αεριοστρόβιλος) ή το ρευστό είναι υγρό (υδροστρόβιλος), πρέπει να λάβουν υπόψιν τον κίνδυνο στρέψης σε μεγάλες ταχύτητες και να ρυθμίσουν δικλείδες ασφαλείας πέδησης.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.