HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of στρέψη | Babel Free

Noun CEFR B1
/ˈstɾe.psi/

Ορισμοί

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στρέφω
  2. η ροπή που ασκείται σ’ ένα σώμα και τείνει να το περιστρέψει γύρω από τον άξονά του καθώς και (κατ’ επέκταση) η ενδεχόμενη παραμόρφωση ή καταπόνηση που εμφανίζεται στο σώμα εξαιτίας δύο αντίθετων δυνάμεων που ασκούνται σ’ αυτό παράλληλα

Παραδείγματα

“Οι δοκιμασίες κοπώσεως σε έναν άξονα ενός στρόβιλου, είτε το ρευστό είναι αέρα (αεριοστρόβιλος) ή το ρευστό είναι υγρό (υδροστρόβιλος), πρέπει να λάβουν υπόψιν τον κίνδυνο στρέψης σε μεγάλες ταχύτητες και να ρυθμίσουν δικλείδες ασφαλείας πέδησης.”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See στρέψη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course