στοργική
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στοργικός
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Είναι μια στοργική μητέρα για τα παιδιά της.”
She is an affectionate mother to her children.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free