Σημασία του στιφάδο | Babel Free
stiˈfa.ðoΟρισμοί
φαγητό με κοκκινιστό κρέας και πολλά μικρά κρεμμύδια
Παραδείγματα
“※ γκιούλμπασι, αρνάκι φρικασέ ή με ραδίκια, αρνάκι στο φούρνο ή με ρύζι και γιαούρτι, κουνέλι στιφάδο ή λεμονάτο, κόκορα κοκκινιστό μακαρονάδα, κεφτέδες κοκκινιστούς (Σοφία Π. Χριστοπούλου, ΑΧαιών γεύσεις, Εκδόσεις Παλαιών Πατρών, 2006)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free