στημένη
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στημένος
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Η ψηφοφορία αποδείχτηκε στημένη από την αρχή.”
The vote turned out to be rigged from the start.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free