σταύρωση
Ορισμοί
- παλαιότερη υπαίθρια θανατική καταδίκη, όπου ο κατάδικος καθηλωνόταν είτε με καρφιά είτε με σχοινιά επί ξύλινων δοκών σε σχήμα σταυρού.
- σύνδεση ή τοποθέτηση δύο μερών σε σχήμα σταυρού, κάθετα μεταξύ τους
Ισοδύναμα
20 more languages
العربيةصلب
Češtinaukřižování
Danskkorsfæstelse
DeutschKreuzigung
Ελληνικάσταύρωμα
Esperantokrucumo
Suomiristiinnaulitseminen
Bahasa Indonesiapenyaliban
Latinacrucifixio
Македонскираспетие
PolskiUkrzyżowanie
Українськарозп'яття
Παραδείγματα
“Η σταύρωση ήταν μια σκληρή μορφή θανατικής ποινής.”
Crucifixion was a harsh form of capital punishment.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free