Meaning of σταθμίζω | Babel Free
Ορισμοί
- αξιολογώ προσεκτικά, πριν πάρω κάποια απόφαση ή κάνω μια πράξη, όλα σχετικά στοιχεία ή ενδεχόμενα
- επανυπολογίζω αριθμητικά δεδομένα που έχουν διαφορετικό «βάρος», επίδραση στο μέρος ή στο σύνολο (λ.χ. στην ερμηνεία ενός φαινομένου ή στη διαμόρφωση της τελικής τιμής)
-
ζυγίζω, μετράω το βάρος χρησιμοποιώντας στάθμη (ζυγαριά) dated
Παραδείγματα
“Όσοι φοιτητές επιλέξουν να γράψουν πρόοδο στο μάθημα της Ανόργανης Χημείας αυτό το εξάμηνο, στις εξετάσεις στο τέλος του εξαμήνου θα έχουν να μελετήσουν μόνο το ένα τρίτο της συνολικής ύλης του μαθήματος. Γι' αυτό, η βαθμολογία από 1-10 που θα λάβουν στην πρόοδο, θα σταθμιστεί με συντελεστή 0,67 και ο βαθμός των γραπτών τους στις κανονικές εξετάσεις με συντελεστή 0,33, ώστε να διαμορφωθεί ο τελικός βαθμός τους στο μάθημα.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.