Meaning of στάνη | Babel Free
ˈsta.niΟρισμοί
περιφραγμένος χώρος που χρησιμοποιείται για τη φύλαξη των κοπαδιών, κυρίως αιγοπροβάτων, το βράδυ
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Μιὰ φορὰ ἦταν ἕνας τσοπάνης, κι' εἶχε τὴ στάνη του ἔξω ἀπὸ τὸ χωριὸ κι' ἔβοσκε τὰ πρόβατά του (Βασική βιβλιοθήκη "Αετού": Σειρά πρώτη, τόμος 48, εκδ. οίκος Ιωάννου Ν. Ζαχαρόπουλου, 1957, σελ. 233)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.