σπουδαστές
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπουδαστής
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Οι σπουδαστές παρακολούθησαν με ενδιαφέρον τη διάλεξη.”
The students followed the lecture with interest.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free