σπορέλαιο
Ορισμοί
- το λάδι που προέρχεται από σπόρους φυτών εκτός από το πυρηνέλαιο
-
οποιοδήποτε βρώσιμο λάδι προέρχεται από φυτά εκτός από το ελαιόλαδο familiar
Ισοδύναμα
22 more languages
العربيةسليط
Беларускаяалей
Bosanskiмасло
DeutschPflanzenöl
עבריתשמן
हिन्दीतेल
Hrvatskiмасло
Italianoolio vegetale
한국어식물유
Polskiolej roślinny
Portuguêsóleo vegetal
Српскимасло
ไทยน้ำมันพืช
中文植物油
繁體中文植物油
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free