Meaning of σπικάτο | Babel Free
Ορισμοί
τεχνική που εφαρμόζεται στις χορδές ενός έγχορδου οργάνου με ένα δοξάρι, ώστε η κάθε νότα να ακούγεται διαφορετικά
Ισοδύναμα
English
spiccato
Παραδείγματα
“※ Κάθε όργανο υπάγεται υποχρεωτικά σε ορισμένες κατηγορίες (π.χ. πνευστά, έγχορδα, κρουστά), και χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένα στοιχεία και ιδιότητες, όπως η τονική του έκταση, το ηχόχρωμά του, οι εκφραστικές του δυνατότητες καθώς και συγκεκριμένες τεχνικές εκτέλεσης που είναι διαφορετικές και χαρακτηριστικές για κάθε όργανο (π.χ. σπικάτο (spiccato) και πιτσικάτο (pizzicato) στα έγχορδα, με σορντίνα (sordina) στην τρομπέτα, και με αρμονικές στην άρπα). (Ενοργάνωση, notanota.gr, ανακτήθηκε στις 14/12/2024 https://notanota.gr/%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%AC%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7/)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.