σουβέρ
Ορισμοί
μικρό αντικείμενο που χρησιμοποιείται για να τοποθετείται ανάμεσα σε ποτήρια ή φλυτζάνια και ένα έπιπλο ώστε να μη λερωθεί ή αλλοιωθεί η επιφάνεια του επίπλου
Ισοδύναμα
7 more languages
Suomilasinalunen
Magyarsöralátét
LëtzebuergeschBéierdeckel
Nederlandsbiervilt
Polskipodstawka
Русскийбирдекель
Παραδείγματα
“σουβέρ μπίρας”
beer mat
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free