HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of Σολομών | Babel Free

Noun CEFR B1
/so.loˈmon/

Ορισμοί

  1. γενική πληθυντικού του Σολωμός
    genitive, plural
  2. βασιλιάς του Ισραήλ, γιος του Δαυίδ
  3. γενική πληθυντικού του Σολομός
  4. ανδρικό όνομα & άγιος της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας: λόγια μορφή του Σολομώντας
  5. φιγούρα του ελληνικού θεάτρου σκιών (Καραγκιόζης), στερεότυπο του Εβραίου (παραδόπιστος έμπορος, πονηρός και τσιγκούνης)

Ισοδύναμα

English Solomon

Παραδείγματα

“μονοτονική γραφή: Σολομών”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See Σολομών used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course