Σολομών
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού του Σολωμός genitive, plural
- βασιλιάς του Ισραήλ, γιος του Δαυίδ
- γενική πληθυντικού του Σολομός
- ανδρικό όνομα & άγιος της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας: λόγια μορφή του Σολομώντας
- φιγούρα του ελληνικού θεάτρου σκιών (Καραγκιόζης), στερεότυπο του Εβραίου (παραδόπιστος έμπορος, πονηρός και τσιγκούνης)
Ισοδύναμα
37 more languages
AfrikaansSalomo
Azərbaycan diliSüleyman
BosanskiSulejman
CatalàSalomó
ČeštinaŠalamoun
DanskSalomo
ΕλληνικάΣουλεϊμάν
EsperantoSalomono
EestiSaalomon
فارسیسلیمان
HausaSulemanu
עבריתשלמה
हिन्दीसुलेमान
MagyarSalamon
ՀայերենՍողոմոն
ItalianoSalomone
日本語ソロモン
Қазақ тіліСүлеймен
한국어솔로몬
LatinaSalomon
МакедонскиСоломон
Bahasa Melayuleman
NederlandsSalomo
PolskiSalomon
PortuguêsSalomão
RomânăSolomon
ShqipSulejman
SvenskaSalomo
ТоҷикӣСулаймон
TürkçeSüleyman
اردوسلیمان
Παραδείγματα
“μονοτονική γραφή: Σολομών”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free