Meaning of Σολομών | Babel Free
/so.loˈmon/Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού του Σολωμός genitive, plural
- βασιλιάς του Ισραήλ, γιος του Δαυίδ
- γενική πληθυντικού του Σολομός
- ανδρικό όνομα & άγιος της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας: λόγια μορφή του Σολομώντας
- φιγούρα του ελληνικού θεάτρου σκιών (Καραγκιόζης), στερεότυπο του Εβραίου (παραδόπιστος έμπορος, πονηρός και τσιγκούνης)
Ισοδύναμα
English
Solomon
Παραδείγματα
“μονοτονική γραφή: Σολομών”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.